Εμπλοκή των ESCO στα Προγράμματα Εξοικονόμησης Ενέργειας
Η Εμπλοκή των Επιχειρήσεων Ενεργειακών Υπηρεσιών (ESCO) στα Προγράμματα Εξοικ
Η Εμπλοκή των Επιχειρήσεων Ενεργειακών Υπηρεσιών (ESCO) στα Προγράμματα Εξοικονόμησης Ενέργειας, τα γνωστά σε όλους μας «Εξοικονομώ» θα αποτελέσει μια δομική στρέβλωση.
Η ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος αποτελεί κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής και εθνικής περιβαλλοντικής πολιτικής, με ορίζοντα την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Στην Ελλάδα, το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» σχεδιάστηκε ως το κατεξοχήν χρηματοδοτικό εργαλείο για την κινητοποίηση επενδύσεων ενεργειακής αναβάθμισης στον οικιακό τομέα. Οι θεμελιώδεις στόχοι του προγράμματος ήταν ανέκαθεν περιβαλλοντικοί και κοινωνικοοικονομικοί.
Τα επιδιωκόμενα οφέλη ήταν η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας μέσω ριζικών παρεμβάσεων καθώς και η άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας, η μείωση του λειτουργικού κόστους των νοικοκυριών και η τόνωση της εγχώριας μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Η πρόσφατη θεσμική στροφή προς την ενσωμάτωση των Επιχειρήσεων Ενεργειακών Υπηρεσιών (ESCO) στα μελλοντικά προγράμματα «Εξοικονομώ» εισάγει ένα μοντέλο ξένο προς τη φιλοσοφία του προγράμματος.
Εξετάζοντας στη συνέχεια τις τεχνικές, οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους αυτής της εμπλοκής, γίνεται αντιληπτό γιατί η συγκεκριμένη επιλογή, οδηγεί σε συστημική αποτυχία της αγοράς και ακύρωση των δημόσιων σκοπών του προγράμματος.
Το οικονομικό μοντέλο των ESCO αναπτύχθηκε για να καλύψει τις ανάγκες του βιομηχανικού τομέα και των μεγάλων δημόσιων υποδομών, όπου υπάρχουν οικονομίες κλίμακας και υψηλή, προβλέψιμη κατανάλωση ενέργειας. Η μεταφορά αυτού του μοντέλου στα μικρά οικιακά έργα αναμένεται να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές στρεβλώσεις.
Συγκεκριμένα:
1. Στο κλασικό μοντέλο του «Εξοικονομώ», η κρατική/ευρωπαϊκή επιδότηση μειώνει το κόστος επένδυσης του ιδιώτη, με αποτέλεσμα το 100% του οικονομικού οφέλους από τη μείωση των λογαριασμών να παραμένει στο νοικοκυριό. Με την παρεμβολή των ESCO, το κεφάλαιο της δημόσιας επιδότησης λειτουργεί ως εργαλείο εκμηδενισμού του επιχειρηματικού ρίσκου του παρόχου. Το οικονομικό όφελος συνεπώς δεν επιστρέφει στον καταναλωτή, αλλά κεφαλαιοποιείται από την ESCO για τη διάρκεια της σύμβασης.
2. Η δυνατότητα των ESCO να συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό αιτήσεων θα τους επιτρέψει να ελέγχουν τις ροές χρηματοδότησης, συμπιέζοντας τους ανεξάρτητους ωφελούμενους και περιορίζοντας την ελεύθερη επιλογή τεχνικών λύσεων από τον ίδιο τον πολίτη, δημιουργώντας συγχρόνως συνθήκες ολιγοπώλησης στην αγορά.
3. Η καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας απαιτεί τη διοχέτευση πόρων στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία διαβιούν στα πιο ενεργοβόρα και υποβαθμισμένα κτίρια. Οι ESCO, ωστόσο, λειτουργούν με αυστηρά οικονομικά κριτήρια που εξυπηρετούν αποκλειστικά τα συμφέροντα τους συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στον κοινωνικό αποκλεισμό και τη διατήρηση της ενεργειακής Φτώχειας. Οι εταιρείες ESCO θα επιλέξουν να επενδύσουν αποκλειστικά σε ακίνητα και περιοχές που παρουσιάζουν τη μέγιστη δυνατή απόδοση επένδυσης και με το ελάχιστο ρίσκο. Τα ευάλωτα νοικοκυριά, που αδυνατούν να εγγυηθούν σταθερή οικονομική συμμετοχή ή παρουσιάζουν υψηλό ρίσκο, θα αποκλειστούν πλήρως από το ενδιαφέρον των παρόχων. Αυτό οδηγεί σε μια αντίστροφη προοδευτικότητα λόγω του πιστοληπτικού αποκλεισμού, όπου οι δημόσιοι πόροι θα κατευθύνονται σε πιο προνομιούχα ακίνητα, διευρύνοντας το κοινωνικό χάσμα.
4. Η ευρωπαϊκή οδηγία 2024/1275 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (EPBD) επιτάσσει τη στροφή προς τη «Βαθιά Ανακαίνιση», η οποία μειώνει την κατανάλωση ενέργειας κατά τουλάχιστον 60% μέσω παρεμβάσεων στο κέλυφος του κτιρίου. Η εμπλοκή των ESCO έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με αυτή την τεχνική αναγκαιότητα διότι οι ESCO, για να μεγιστοποιήσουν τα περιθώρια κέρδους τους εντός του συμβατικού χρόνου της ΣΕΑ, θα προκρίνουν παρεμβάσεις χαμηλού κόστους και γρήγορης απόσβεσης (π.χ. αντικατάσταση καυστήρα με αντλία θερμότητας, αυτοματισμούς, τεχνολογίες smart home κλπ), αποφεύγοντας τις δομικές παρεμβάσεις στο κτιριακό κέλυφος. Οι οικοδομικές εργασίες στο κέλυφος του κτιρίου, όπως η εξωτερική θερμομόνωση και η μόνωση δώματος, η αντικατάσταση κουφωμάτων, παρέχουν μεγαλύτερη εξοικονόμηση ενέργειας έχοντας όμως μεγαλύτερους χρόνους αποπληρωμής. Η αποφυγή τους όμως εγκλωβίζει το κτίριο σε μια ενδιάμεση, ενεργειακή κατάσταση, καθιστώντας αδύνατη τη μελλοντική ολοκληρωμένη αναβάθμισή του σε πολλές περιπτώσεις.
5. Μέτρηση και Επαλήθευση από τον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο! Όταν η ίδια εταιρεία αναλαμβάνει τη μελέτη, την κατασκευή και την επαλήθευση της εξοικονόμησης, καταλύεται η αρχή της ανεξάρτητης επιστημονικής εποπτείας. Η ανάγκη για επίτευξη των συμβατικών στόχων μπορεί να οδηγήσει σε μεθοδολογικές αλλοιώσεις κατά τις ενεργειακές επιθεωρήσεις.
6. Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» λειτούργησε διαχρονικά ως βασικός πνεύμονας επιβίωσης και ανάπτυξης για τον κλάδο των διπλωματούχων μηχανικών, των ενεργειακών επιθεωρητών και των τοπικών μικρομεσαίων τεχνικών επιχειρήσεων. Με το νέο μοντέλο θα μετατραπούν οι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε υπεργολάβους των ESCO. Τα έργα θα συγκεντρώνονται σε ελάχιστους μεγάλους ενεργειακούς ομίλους που διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα και τη νομική υποστήριξη για τη διαχείριση των ενεργειακών παρεμβάσεων. Ταυτόχρονα οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μετατρέπονται σε χαμηλά αμειβόμενους εξωτερικούς συνεργάτες η υπεργολάβους των ESCO με προδιαγεγραμμένες τεχνικές επιλογές που εξυπηρετούν τις ESCO και όχι τις πραγματικές ανάγκες του κτιρίου. Επιπροσθέτως ο ελεύθερος επαγγελματίας παύει να λειτουργεί ως ο ανεξάρτητος τεχνικός σύμβουλος και υπερασπιστής των συμφερόντων του ιδιοκτήτη.
Συμπεράσματα και Προτάσεις Πολιτικής
Η εισαγωγή των ESCO στο οικιακό «Εξοικονομώ» αποτελεί μια λανθασμένη ρυθμιστική παρέμβαση, η οποία ιδιωτικοποιεί τα οφέλη μιας δημόσιας χρηματοδότησης, αποκόπτει τους ευάλωτους πολίτες και υποβαθμίζει το τεχνικό επίπεδο των παρεμβάσεων.
Για τη διατήρηση της κοινωνικής ακεραιότητας της ενεργειακής μετάβασης, προτείνεται ο αποκλεισμός των ESCO από το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» και η διατήρηση του Ανθρωποκεντρικού Χαρακτήρα του προγράμματος. Το «Εξοικονομώ» πρέπει να παραμείνει ένα εργαλείο απευθείας ενίσχυσης του απλού πολίτη. Επίσης οφείλει η πολιτεία να διασφαλίσει την δυνατότητα ελεύθερης επιλογής των πολιτών ως προς το μέγεθος η και την ποιότητα των παρεμβάσεων και να μην παρακάμπτει τον σημαντικό ρόλο του ανεξάρτητου επαγγελματία και της μικρομεσαίας επιχείρησης που εγγυόνται την ποιότητα και την αντικειμενικότητα ως προς την απόδοση των ενεργειακών αναβαθμίσεων.
Από την πλευρά μας, ως επαγγελματίες του κλάδου, οφείλουμε να αντιταχθούμε σε οποιαδήποτε μορφή μονοπώλησης της αγοράς που μπορεί να προέλθει από την εμπλοκή των Εταιρειών Ενεργειακών Υπηρεσιών και των Παρόχων Ενέργειας στα προγράμματα Εξοικονομώ. Παράλληλα, η στάση αυτή συνάδει με τις διακηρυγμένες και εκφρασμένες θέσεις κατά το πρόσφατο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας, τις οποίες καλούμαστε να σεβαστούμε και να υποστηρίξουμε έμπρακτα.